Ήθελα να γίνω κύμα, μα δεν έφτασα ποτέ. Ούτε αγκάλιασα την άμμο, ούτε έπαιξα μαζί της. Μόνο ταξίδευα και έβλεπα και ένιωθα την χαρά των ανθρώπων από μακρυά. Ήθελα να γίνω αεράκι, μα δεν σε άγγιξα ποτέ. Ούτε σου μίλησα, ούτε σου χαμογέλασα. Μόνο σε έβλεπα και σε θαύμαζα και όλο γέμιζαν τα πνευμόνια μου οξυγόνο. Ήθελα να γίνω στεριά δική σου, μα ήμουν άγονη. Ούτε φύτεψα δέντρα, ούτε έφτιαξα κήπους. Μόνο έφτιαχνα ρυάκια για να παίζεις με το φως και παγίδες για να μείνεις για πάντα εδώ. Αλλά ήσουν πιο έξυπνος απ' ότι υπολόγιζα. Και πάντα ξέφευγες. Έφευγες. Και με πλήγωνες. Και προσπαθούσα. Μα σου είπα, δεν έφτανα. Και τότε ήταν που θέλησα να γίνω φωτιά και έγινα. Μα δεν σε ζέστανα. Σε έκαψα. Και μαζί με σένα έκαψα και τις στεριές, έσβησα τους ανέμους, στέρεψα τα κύματα. Και τώρα ξεκινά μια νέα εποχή. Με φωτιές. Δεν θα απολογηθώ. Παραμένω αγνή στην ψυχή και αυτό θα έπρεπε να το ξέρεις ήδη. Μα τι να το κάνεις όταν καταστρέφε...
Και κάπως έτσι άδοξα, όπως τελειώνουν όλα τα ψεύτικα ρομάντζα, έφυγε. Την άφησε εκεί, στο άδειο κρεβάτι, να κοιμάται και να τον ονειρεύεται, να φωνάζει στον ύπνο της το όνομά του κι εκείνος να μην είναι δίπλα της. Ποτέ. Ποτέ ξανά. Όταν ανοίξει τα μάτια της, θα τρομάξει από την απουσία του. Αλλά μετά θα συνηθίσει και δεν θα την πειράζει πια. Θα σηκωθεί από το κρεβάτι, θα φορέσει την ρόμπα της, θα αφήσει τα μακρυά μαλλιά να πέσουν στους ώμους της. Θα πάει στην κουζίνα, θα φτιάξει καφέ. Θα ετοιμαστεί να πάει στην δουλειά, ίσως με μια ελαφριά μελαγχολία. Θα συνεχίσει κανονικά την ημέρα της ώσπου να γυρίσει σπίτι. Θα του μαγειρέψει ένα ρομαντικό γεύμα. Έστω κι αν ξέρει ότι δεν πρόκειται να γυρίσει. Θα φορέσει το φόρεμα που της είχε πάρει δώρο και που δεν το είχε φορέσει ποτέ ξανά γιατί νόμιζε ότι δεν της πήγαινε. Θα είναι μια άλλη απ...
Κι εκεί που πίστευες ότι είσαι ερωτευμένη, αρχίζουν να σε εκνευρίζουν τα πάντα πάνω του. Κι εκεί που πίστευες ότι θα είστε για πολύ καιρό μαζί, μπαίνουν τρίτοι στην μέση και σας κάνουν μαντάρα. Κι εκεί που πίστευες ότι τα έχεις όλα, βρίσκεσαι στην μέση του πουθενά να αναρωτιέσαι τι στο καλό έγινε και τα έχασες όλα. Κι εκεί που πίστευες ότι δεν θα τελειώσει γιατί υπάρχει κάτι αληθινό, τελειώνει. The end. For real. Και μετά είσαι σαν ζόμπι, γιατί άλλα περίμενες και άλλα σου ήρθαν. Κυκλοφορείς με ένα αξιολύπητο βλέμμα, μάτια κλαμμένου κουταβιού και ένα πακέτο χαρτομάντηλα στο χέρι. Είσαι άλουστη, φοράς μπιτζάμες και κουλουριάζεσαι σαν να πονάει η κοιλιά σου. Οι παρέες σου σε βγάζουν με το ζόρι έξω, κάνουν τον καραγκιόζη για να γελάσεις και γενικά είναι μια σανίδα σωτηρίας, που είτε γαντζώνεσαι πάνω της για να σωθείς, είτε κάνεις την πεισματάρα και χώνεσαι πιο βαθιά μέσα στα σκα.τα. Και κάπως έτσι περνάνε οι σιχαμερές μέρες σου και εσύ εκεί, να θρηνείς για κάτι που περίμενες να γίν...
Σχόλια
Κάθε φορά αυτά που γράφεις είναι υπέροχα! Απλά μιλάς σαν να διαβάζεις τη σκεψη μου! Μπράβο σου!